Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Αρχεία από τον Αντρέα Στάβερη, έναν μεγάλο Ζακυθινό

Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές μου τόσο στην συνεργασία μου με το περιοδικό "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ" όσο και στον "ψαλίδιό" μου ήταν το κείμενό μου, τον προηγούμενο Αύγουστο, για τους σεισμούς του 1953 και τις μαρτυρίες ανθρώπων που τους έζησαν. Εκεί συμπεριέλαβα και τις ιστορίες που άκουγα μικρό παιδί από τις γιαγιάδες μου, ιστορίες τόσο αληθινές που έκαναν πολλούς παλιούς ζακυνθινούς που τις διάβασαν, να με αναζητήσουν και να μου πουν πόσο συγκινήθηκαν και πόσες αναμνήσεις τους ξύπνησα.

Ένας από αυτούς είναι και ο κύριος Αντρέας Στάβερης ο οποίος, αν και δεν έχουμε γνωριστεί από κοντά, μου στέλνει συνεχώς ηλεκτρονικά μηνύματα με απίστευτες και σπάνιες φωτογραφίες από την παλιά Ζάκυνθο και τις μέρες του σεισμού, υλικό που είναι κρίμα να μην μοιραστώ και προβάλω από τον "ψαλίδιό" μου.

Αφιερωμένη λοιπόν αυτή η ανάρτηση στον κύριο Αντρέα Στάβερη, στον οποίο ανήκει και το υλικό, και σε όλους τους παλιούς Ζακυνθινούς..



Η πόλη της Ζακύνθου πριν τους σεισμους του 1953...



Όταν ακόμα η πλατεία Σολωμού είχε τροχονόμο!!!


Άνθρωποι που γλύτωσαν από την καταστροφή κουβαλούν ότι τους απέμεινε...



Η πόλη της Ζάκυνθου, ένα απέραντο οικόπεδο, μετά την απομάκρυνση των μπάζων από τα κατεστραμένα κτίρια...


Η ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης της Ζακύνθου...

Η Ζάκυνθος μετά τους σεισμους...


Ο νερουλάς στη προσεισμική Ζάκυνθο, στη παλιά βρύση, στη Στρατζάδα. στη γειτονιά που μεγάλωσα...


Ο εορτασμός των Φώτων στην Ζάκυνθο του 1902!

Οι ζακυθινοί μπαρμπέρηδες στην πλατεία του Σολωμού, σε υπαίθρια κουρεία...




Μία ακόμα φωτογραφία με τους μπαρμπέρηδες της Ζακύθου μετά την καταστροφή, σε παράγκα, στην πλατεία Σολωμού, προς την πλευρά της αποβάθρας.



Ο κύριος Στάβερης μου σημείωσε γι αυτή την σπάνια φωτογραφία ότι διακρίνεται η παραλία πριν γίνουν επιχωματώσεις. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν το μπαστούνι του Αγίου, η αριστερή προβλήτα δηλαδή του λιμανιού της Ζακύνθου. Στο καμπαναριό του Αγίου υπήρχαν τα ναυπηγεία και παραλία με άμμο. Γι αυτό ακόμα και σήμερα την περιοχή την ονομάζουμε "Άμμο", αν και πια δεν υπάρχει ίχνος παραλίας.



Μία ακόμη παμπάλαια φωτογραφία από το λιμάνι, στην πλευρά του Αγίου Νικολάου του Μώλου και τα Ρεπάρα, την εποχή όπου "ακόμα στη Ζάκυθο ερχότανε τα ιστιοφόρα πλοία", στις αρχές του 20ου αιώνα.



Η σημείωση του κύριου Στάβερη γι αυτή την φωτογραφία ήταν μία συγκλονιστική αποκάλυψη για μένα, από το παρελθόν της οικογένειάς μου που άκουγα σε διηγήσεις, σαν παραμύθι, και πια τα παραμύθια μου αποκτούσαν και εικόνα. Πρόκειτα για έναν γερανό που μετά από την καταστροφή απομακρύνει μπάζα από την πλατεία Αγίου Μάρκου προς την πλατεία Ρούγα. "Αριστερά διακρίνονται ερείπια από το μαγαζί του νόνου σου", του παππού μου...




"Όπου φύγει, φύγει"...
Μετά την καταστροφή ζακυθινοί με ότι τους απέμεινε εγκαταλείπουν το νησί...


Τέλος, μαζί με όλο αυτό το υλικό, ο κύριος Στάβερης μου απέστειλε και το παρακάτω κείμενο που υπογράφει ο Στέλιος Τζερμπίνος, δικηγόρος, συγγραφέας και ερευνητής, τον οποίο γνωρίζω από την εποχή που έκανε έρευνα για την ιστορία της φιλαρμονικής Ζακύνθου, της πρώτης φιλαρμονικής της Ελλάδος (1815), στην οποία για πάνω από 17 χρόνια χτύπαγα τα κρουστά μου...


ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΕΙΣΜΟΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΟΥ 1953

«Επί του πτώματος της νεκρωμένης πόλεως Ζακύνθου επέπεσαν σαν αχόρταγα και πεινασμένα όρνεα υπό μορφήν εργατοτεχνιτών, ξυλουργών και εργολάβων, διαφόρων ποιοτήτων και επαγγελμάτων άνθρωποι εκ πολλών χώρων της Ελλάδος και ιδίως της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Και ήρχισεν η κατασκευή των ξυλίνων παραπηγμάτων εις τους συνοικισμούς κατά τρόπον προοιωνίζοντα τας ατελείας και τα μειονεκτήματα που αργότερα επαρουσίασαν...

Ολα γίνονται και εκτελούνται αψυχολόγητα, πρόχειρα, άπονα, βεβιασμένα, αμελέτητα, άσωτα. Στο κράμα αυτό των αθλιοτήτων εστηρίχθη η πρόχειρη στέγασις του δεινοπαθήσαντος και κατατεμαχισμένου πληθυσμού της πόλεως...

Οι μπουλντόζες και οι ξένοι προς την Ζάκυνθο, προς την ιστορία της και τον πολιτισμό της άνθρωποι που επέδραμαν "για να δουλέψουν" δεν εσεβάσθησαν τίποτε. Λαξευμένοι λίθοι, που επί αιώνες είχαν χαρίσει το θαυμάσιο εκείνο αρμονικό και καλλιτεχνικό σύνολο που ενεφάνιζε η πόλις της Ζακύνθου (αγκωνάρια των Ναών Φανερωμένης, Αγίων Πάντων, Ιεροσπουδαστηρίου Ιησουητών, μεγάρου Κομούτων, Νομαρχίας και άλλων), εσύρθησαν και ερρίφθησαν στη θάλασσα...».

Ισως αυτά (ή περίπου αυτά) να έγραφα κι εγώ, αν από τότε μέχρι σήμερα δεν είχε μεσολαβήσει η διαρρεύσασα 50ετία. Σήμερα όμως που η αδρότητα με την οποία διαπλάσσεται η πολιτιστική ζωή στη Ζάκυνθο πραγματώνει μιαν αρνητική υπέρβαση ανάμεσα στο εφικτό και στο ευκταίο, η θέση του γράφοντος, παρά την προμετωπική ένθεση της γνώμης του σπουδαίου βιεννέζου στοχαστή, επιβάλλει την αποβολή κάθε στοιχείου μεταφυσικής. Ζώντας και σκεπτόμενος (και αμφιβάλλοντας βέβαια), κατά την καρτεσιανή εκδοχή και αντιφάσκοντας προς το κλασικό Dum spiro, spero, δεν διατηρώ καμία ελπίδα ότι θα με καταλάβει ποτέ ο σύγχρονος homo Zakynthius. Του οποίου η οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με τα πνεύματα που, κατ' ιδεατήν αναφοράν, μπορεί (πεπλανημένα μάλλον) να πλανώνται πάνω από τις στάχτες της Ζακύνθου, μετά το 1953, είναι ανύπαρκτη έως τυχαία.
Πίσω από ένα παρόν που εξελίσσεται αρνητικά, ευτελίζοντας ή εκφυλίζοντας τις αξίες, η οπτική του μέλλοντος δεν μπορεί παρά να είναι δυσοίωνη. Αν την ίδια παρατήρηση έκανε κάποιος μετά το τέλος μιας άλλης καταστροφής, του B' Παγκοσμίου Πολέμου ας πούμε, θα είχε ασφαλώς άδικο. Γιατί ανεξάρτητα από τα δεινά που είχε επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ο πόλεμος αυτός, η επούλωση των πληγών και οι προοπτικές της ανασυγκρότησης ήταν υπαρκτές, και η έλλογη δρομολόγηση της πραγμάτωσής τους ήταν ικανή να στηρίξει την ελπίδα.

H μεταφορά του παραδείγματος στη μετά σεισμούς ζακυνθινή πραγματικότητα δεν θα ήταν εύστοχη. Γιατί, πέρα από αδρομολόγητες προοπτικές και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η καταστροφή από το επίσημο κράτος, εξέλιπε η συνείδηση της συνέχειας του χαμένου πολιτισμού. Και για την απώλεια αυτή δεν έφταιξαν μόνο οι σεισμοί και η κρατική πρόνοια.

Με τη σεισμοπυρκαϊά δεν καταστράφηκε μόνο ο 500χρονος υλικός πολιτισμός της πόλης της Ζακύνθου, στο πρόσωπο της οποίας άλλωστε αντανακλούσαν όλη του η καλλιέργεια και η ιστορική του δομή. Δεν καταστράφηκαν μόνο τα μνημεία της τέχνης, τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα, οι ρυθμοί των εκκλησιών, η πνευματική κληρονομιά, οι βιβλιοθήκες, τα έργα της διανόησης, η αστική λαϊκή κουλτούρα. Ολα αυτά με την πάροδο του χρόνου (και της όποιας διάρκειάς του) θα μπορούσαν να ξαναγίνουν. Καταστράφηκε όμως και κάτι μη αποκαταστάσιμο: ο ψυχικός δεσμός του Ζακυνθινού με τη μάνα του την πόλη. Μιλώ για την πόλη γιατί εκεί κυρίως συντελέστηκε η καταστροφή και εκεί ακριβώς επισημαίνονται οι πολιτισμικές της συνέπειες.

Ο,τι στα τελευταία 500 χρόνια αποτέλεσε γνώρισμα της ζακυνθινής ψυχοσύνθεσης (η αγάπη για τη γενέθλια πόλη, ο «σπουργιτισμός» των Ζακυνθίων, αν θέλετε, η υγιεινή αγωγή της εθιμολατρίας, η ποιοτική αντίληψη του πολιτισμού, η ευπροσηγορία της καθημερινότητας, μεταλλάχθηκαν μέσα στη σκληράδα του μπετόν και την έλλειψη αναστολών του νέου πληθυσμού.

H art de vivre που χαρακτήριζε την προσεισμική (αστική) κοινωνία της Ζακύνθου (πλούσιους και φτωχούς) παραμένει πια απολίθωμα πομπηιανής τοιχογραφίας και νοσταλγικό όνειρο αθεράπευτων ρομαντικών, και συγγνώμη από τους τυχόν διαφωνούντες.

Κι αν όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι έτσι κι αλλιώς θα συνέβαιναν, είτε με σεισμούς είτε χωρίς, και αποτελούν αναπόφευκτες συνέπειες της... εξέλιξης, εγώ δεν θα διαφωνήσω. Δεν θα παύω όμως να τα επισημαίνω ως συμπτώματα πολιτισμικής παρακμής και ως ιστορικά τεκμήρια της εποχής που ζούμε, ώστε, αν κανείς κάποτε τα διαβάσει, να θυμηθεί τη ρήση του Wittgestein που προτάχθηκε στην αρχή του παρόντος.
*** Κύριε Στάβερη σας ευχαριστώ πολύ. Είστε ο νόνος που ο καθένας θα ήθελε για να ακούει τις ιστορίες σας...
Χάρης

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Aντίο στη γιαγιά Άννα





Έφυγε στα 86 της χρόνια η νόνα μου η Άννα, η μητέρα του Ψαλίδιου, αν και ως προς την ηλικία διατηρώ μία αμφιβολία. Πάντα έλεγε ότι ήταν όσο έλεγε η ταυτότητά της αφού όπως λέγανε οι συμπεθέρες οι ζακυνθινιές, εκείνα τα χρόνια δεν δηλώνανε αμέσως στο ληξιαρχείο τα παιδιά και ο πατέρας της την είχε δηλώσει με μία καθυστέρηση 5 χρόνων. Έφυγε λοιπόν η νόνα μου εκεί γύρω στα 86 και παραπάνω ίσως, ποτέ δεν θα μάθουμε, αλλά αυτό πρέπει σε μια μικρή κοντέσα, αφού η γιαγιά που μέχρι τα γεράματα, παρόλα τα βάσανα και τα προβλήματα, διατήρησε ένα στυλ, κάτι που μάλλον κληρονόμησα και εγώ, κουβαλώντας μία σχετική έπαρση.

Έφυγε η νόνα και πήγε να βρει τον άντρα της τον Γιώργο και τον αγαπημένο της γιο που τον έχασε μόλις 37 χρονών από αδύνατη καρδιά. Θα κάθονται τώρα και οι τρεις και θα τα λένε εκεί πάνω, σίγουρα με τσιγαράκι στο χέρι. Αυτό ναι, ποτέ η νόνα δεν αποχωρίστηκε το τσιγαράκι. Ακόμα και το καλοκαίρι που είχε πέσει σε κώμα και της έκαναν μετάγγιση και ξαναζωντάνεψε, ζήτησε στο νοσοκομείο ελληνικό καφεδάκι και τσιγαράκι. Την θυμάμαι πάντα, με απαράμιλλο στυλ, σταυροπόδι και το τσιγαράκι slim, αμέσως μόλις έσβηνε στο τασάκι την γόπα να το σκεπάζει με μία χαρτοπετσέτα διότι την ενοχλούσε πολύ μετά η μυρωδιά!

Επίσης θυμάμαι μία πολύ δυνατή σκηνή, να έχουμε πάει στον τάφο του θείου Γιάννη, του γιου της, και να του ανάβει ένα τσιγάρο και να το βάζει κάτω στο χώμα και το τσιγάρο να καπνίζει κανονικά μέχρι τέλους. Αυτή την εικόνα δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Ο παππούς δεν άκουγε καλά. Και η γιαγιά πειραματιζόταν στο επίπεδο κουφαμάρας του παππού. Με εκείνο το ζακυνθινό, καυστικό χιούμορ έβριζε την αδελφή του παππού που κάποια διαφωνία θα είχαν. Επαναλάμβανε την βρισιά αυξάνοντας λίγο λίγο την ένταση. Είναι μία από τις πιο αστείες μου αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία.

Λάτρευα τα κυριακάτικα φαγητά της, όποτε τρώγαμε στη γιαγιά. Έβαζε στα κοκκινιστά της υπερβολική κανέλα και άλλα μυρωδικά που δεν άρεσαν στους άλλους, αλλά εγώ ξετρελαινόμουν. Ήταν διαφορετικές γεύσεις, πιο… κοντέσικες…

Τα τελευταία χρόνια που είχε πρόβλημα με τα πόδια της δεν μας επισκεπτόταν στο κεραμυδάκι. Αν και αρχικά με μία στήριξη θα μπορούσε να ανέβει τα σκαλιά, δεν επέτρεπε να την δούμε έτσι να μην μπορεί να ανέβει, ούτε να την δουν οι γείτονες. Είχε μια αξιοπρέπεια, όσο της επέτρεπε η ζωή της και η κοινωνία της. Είχε τα πάθη της αλλά αυτό είναι τόσο ανθρώπινο. Τόσο γλυκό για καθέναν μας που αποδέχεται τα λάθη και τα πάθη του.

Εκείνοι οι παλιοί, παρόλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες, είχαν μέχρι τέλους μια τόσο μεγάλη διάθεση για ζωή που εμείς δεν έχουμε πια. Θα την θυμάμαι με πολύ γλύκα.


Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Οι μπαρμπέρηδες του '53

Έλαβα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο την παρακάτω φωτογραφία, πολύ συγκινητική, καθώς και το μήνυμα που ακολουθεί από τον κ. Ανδρέα Στάβερη και τον ευχαριστώ πολύ.
Σίγουρα ο Ψαλίδιος θα καταλάβει ποιός είναι και θα επικοινωνήσει μαζί του.




Αγαπητέ Χάρη,
σου στέλνω μια φωτό με τους μπαρμπέρηδες στη πλατεία Σολωμού τον Αύγουστο του 1953.
Ο αριστερός στη φωτογραφία είναι ο πατέρας μου.
Εάν δείξεις τη φωτό στον Αντώνη θα καταλάβει ποίος είμαι.

Γειά-Χαρά
Ανδρέας

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Οι σεισμοί του Αυγούστου του 1953 - μαρτυρίες ανθρώπων που τους έζησαν



Παιδιά ζακυνθινών σεισμοπαθών
φιλοξενήθηκαν αρχικά σε κατασκηνώσεις
στην Πάτρα και αλλού, και στη συνέχεια
σε ορφανοτροφεία και οικοτροφεία,
εκτός του νησιού.
Κάποια από αυτά δεν γύρισαν ποτέ πίσω
στις οικογένειές τους. Δόθηκαν για υιοθεσία.
Δεξιά ο πατέρας μου, Αντώνιος Τορτορέλης,
κατάφερε να ξαναγυρίσει κάποτε στους δικούς του.

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, τεύχος 923, Αύγουστος 2010, στη στήλη που επιμελούμαι με τίτλο "ΘΑΛΑΤΤΑ Ναυτική παράδοση και κληρονομιά". Για άλλη μια φορά "εκμεταλεύομαι" τον χώρο που μου δίδεται στο περιοδικό για να γράψω ιστορίες για την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ζάκυνθο, αλλά αυτή τη φορά είδα την δημοσίευση με πολύ συγκίνηση αφού πρόκειται για πολύ δικές μου και συναισθηματικά φορτισμένες ιστορίες. Αφιερωμένο στις δύο μου γιαγιάδες.



Οι σεισμοί του Αυγούστου του 1953 ισοπέδωσαν σχεδόν ολοκληρωτικά την Κεφαλονιά, την Ιθάκη και την Ζάκυνθο. Εκατοντάδες ήταν οι νεκροί και χιλιάδες οι τραυματίες. Αλλά και όσοι σώθηκαν, τραυματίστηκαν στην ψυχή τους βλέποντας τον κόσμο τους να αλλάζει τραγικά και ολοκληρωτικά. Ένας υπέροχος, νησιωτικός πολιτισμός χάθηκε κάτω από τα γκρεμίσματα και τις φωτιές. Πολύτιμα αρχεία από την εποχή της Ενετοκρατίας, σπάνια έργα τέχνης, αρχεία συγγραφέων και ποιητών, κτίρια πραγματικά μνημεία, θρησκευτικά κειμήλια, όλα χάθηκαν. Ο πληθυσμός των νησιών άλλαξε δραματικά. Παρόλη την αρχική απαγόρευση από την Κυβέρνηση για εγκατάλειψη των νησιών από τους ντόπιους κατοίκους τους (υπήρχε ο φόβος της ολοκληρωτικής ερήμωσής τους) χιλιάδες νησιώτες διέφυγαν με κάθε μέσο στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Στην Ζάκυνθο, από τις 48.000 κατοίκους πριν το σεισμό, απέμειναν μόλις 20.000 μετά την καταστροφή.

Η σεισμοπυρκαγιά του ’53 αποτελεί μια ημερομηνία σταθμό στην Επτανησιωτική Ιστορία. Σήμερα, 57 χρόνια μετά, όλα μετρώνται χρονικά με την επεξήγηση «προσεισμικά ή μετά το σεισμό».


Οι δυο πρώτες μαρτυρίες είναι οι ιστορίες που άκουγα παιδάκι από τις δύο μου γιαγιάδες, την Άννα Τορτορέλη και την Αθηνά Θεοδόση, αντίς για παραμύθια. Την μαρτυρία του Βετεράνου του Π.Ν. Κ. Γεώργιου Μόραλη μαζί με τη φωτογραφία από τα χαλάσματα της Κεφαλονιάς μου παρέδωσε ο ίδιος εγγράφως, το 2003, όταν τον γνώρισα στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος και μιλήσαμε για τα Επτάνησα και την καταγωγή μου. Το ποίημα γράφτηκε από την Ζακυνθινιά ποιήτρια Μάχη Μουζάκη λίγες μέρες μετά την καταστροφή, στις 31 Αυγούστου του 1953, όταν εγκατέλειπε το νησί μαζί με την οικογένειά της. Το κείμενο για την λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, στις 24 Αυγούστου του 1953, υπογράφει ανώνυμος συγγραφέας με το ψευδώνυμο Eliezer στην ετήσια εικονογραφημένη επιθεώρηση «Ζάκυνθος 1983» η οποία ήταν αφιερωμένη στα 30 χρόνια μετά το σεισμό.


Η κατεστραμμένη Φανερωμένη,

όπου χάθηκαν σπάνιοι καλλιτεχνικοί θησαυροί


Εικόνα από την τραγική νύχτα της 12ης Αυγούστου,

όπου μετά τον μεγάλο σεισμό ξέσπασε πυρκαγιά


Στρατιώτες βοηθούν στην απομάκρυνσης των μπαζών



Αθηνά Θεοδόση:

«Με τον πρώτο σεισμό είχανε ξεκολλήσει μερικές πέτρες στο σπίτι μας. Ήταν ένα πέτρινο, δίπατο, στο Κεραμιδάκι. Έτσι λέγεται η γειτονιά μας γιατί υπάρχουνε πολλές πηγές και τότενες δεν υπήρχαν βάνες. Έτσι είχανε βάλει ένα κεραμίδι ανάποδα, στην μεγάλη, πέτρινη βρύση, και έτρεχε το νερό συνέχεια από ’κει. Όλη η Ζάκυνθος ερχότανε το απόγευμα με μπότσες να πάρουνε φρέσκο νερό.

Το πρωί της Τετάρτης (12 Αυγούστου) είχα πάει στο μπακάλικο και εκεί οι γυναίκες λέγανε ότι ακούγονται φήμες για μεγάλο σεισμό αλλά από την Νομαρχία το κρύβανε για να μην φοβηθεί ο κόσμος. Έτσι καθόμασταν στη βεράντα και είχα συνέχεια το νου μου στα παιδιά. Ήμουν με τον μεγάλο μου γιο και τον μπέμπη, αβάπτιστο ακόμα, και την πεθερά μου. Από την βεράντα, που ήταν λίγο υπερυψωμένη, αφού η γειτονιά μας είναι στους πρόποδες του λόφου και είναι αμφιθεατρική, έβλεπα και τις δύο μου κόρες (8 και 6 χρονών), κάτω στην πέτρινη βρύση που παίζανε μπουγέλο μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς.

Στις εντεκάμιση έγινε ο μεγάλος σεισμός. Το σπίτι πίσω μας έπεσε και σηκώθηκε σκόνη παντού. Άρπαξα τα αγόρια μου και φώναζα τα κορίτσια αλλά δεν άκουγα τίποτα από την φασαρία. Η γη έτρεμε συνέχεια. Η πεθερά μου με τράβηξε να ανεβούμε ψηλά στο λόφο για να σωθούμε. Όταν ανεβήκαμε πιο ψηλά, μαζί με άλλους γείτονες που είχαν γλιτώσει, βλέπαμε κάτω να μην έχει μείνει τίποτα όρθιο. Και σε εκείνο το χαλασμό σκεφτόμουνα ότι είχα αφήσει τις κόρες μου. Πέταξα τα αγόρια στην πεθερά μου να πάω να τις σώσω. Εκείνη μου ούρλιαζε ότι τα έχασα τα κορίτσια μου, ότι σκοτωθήκανε, και να μην πάω γιατί θα σκοτωθώ και εγώ και θα μείνουνε και τα αγόρια μου ορφανά. Εγώ δεν την άκουσα και πήγα. Όταν κατέβηκα κάτω, στην γειτονιά μας ξανά, δεν έβλεπα τίποτα και δεν μπορούσα να σταθώ όρθια. Φώναζα τα ονόματα των κοριτσιών και κατευθυνόμουνα προς την βρύση μπουσουλώντας. Άκουσα τη φωνή της μικρής μου κόρης να με φωνάζει και προσανατολίστηκα. Την βρήκα και την τράβαγα να την πάρω αγκαλιά να φύγουμε. Ήταν μούσκεμα και νόμιζα ότι ήταν βρεγμένη από την βρύση. Αλλά ήταν από αίμα. Το κεφάλι της ήταν πλακωμένο από δύο μεγάλες πέτρες, από την παμπάλαια βρύση που είχε καταρρεύσει. Δεν ξέρω πού βρήκα την δύναμη να κουνήσω εκείνους τους ογκόλιθους! Πήρα την κόρη μου και ανέβαινα τον λόφο, για να την αφήσω στην πεθερά μου και να γυρίσω να βρω την μεγάλη μου. Αλλά ευτυχώς η μεγάλη είχε γλιτώσει και είχε βρει την γιαγιά της, στο λόφο. Μετά με αγωνία περιμέναμε τον άντρα μου, που ήταν στη δουλειά.

Αργότερα ξέσπασε η φωτιά και όλο ανέβαινε προς τον λόφο. Αναγκαστήκαμε να ανεβούμε πιο ψηλά, στο λόφο του Στράνη. Όλη τη νύχτα ακούγαμε τα ουρλιαχτά από τους φυλακισμένους που είχαν εγκλωβιστεί και βλέπανε να έρχεται η φωτιά. Καθόμασταν ανάμεσα στις ελιές τρομαγμένοι, ενώ κινδυνεύαμε και από τα άλογα, που είχανε αφηνιάσει και είχανε λυθεί και τρέχανε ανάμεσα στον κόσμο και μας πλακώνανε.

Μετά από τρεις μέρες ήρθαν από τον Ερυθρό Σταυρό και μου δώσανε μία ασπιρίνη για την τραυματισμένη μου κόρη. Μετά από καμιά εβδομάδα, μια νοσοκόμα από την Κατερίνη, περιποιήθηκε το κεφάλι της κόρης μου και βάφτισε τον μπέμπη. Δεν ξέραμε τι μας περίμενε. Μετά μας ρίχνανε τα αμερικάνικα αεροπλάνα ψωμί, κονσέρβες με κρέας αλόγου και κουβέρτες. Μετά και ρούχα. Μέσα σε ένα πανωφόρι παιδικό βρήκαμε και μία σύσταση από μία οικογένεια ξένων. Όταν ξαναλειτούργησε το ταχυδρομείο, το χειμώνα πια, έστειλα ένα γράμμα στη διεύθυνση εκείνη και μετά μας ήρθε ένα πακέτο με ένα σωρό δώρα και πλάκες χοντρές από αμερικάνικες σοκολάτες. Δεν ξέρω αν έχουμε ξαναφάει τόσο νόστιμη σοκολάτα!

Ένα ολόκληρο χειμώνα περάσαμε μέσα στις σκηνές, μέχρι που ήρθε ο στρατός και μαζέψανε τα μπάζα και άρχισαν να ξαναχτίζονται τα σπίτια. Κάθε πρωί, ψάχναμε τα παπούτσια μας στα χωράφια, που τα είχανε παρασύρει τα νερά από τις βροχές, που τρέχανε κάτω από τα ντιβάνια που είχαμε από τον στρατό».


Η Παλιά Βρύση τότε και τώρα




Άννα Τορτορέλη:

«Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού του 1953 είχανε γίνει μερικοί μικροί σεισμοί. Είχανε αρχίσει οι φήμες για πολύ μεγάλο σεισμό, όμως αυτό γίνεται πάντα, και δεν είχαμε ανησυχήσει ιδιαίτερα. Ωστόσο, τις τελευταίες μέρες πριν από την καταστροφή είχα ένα κακό προαίσθημα. Έψαχνα να βρω το πιο γερό μέρος του σπιτιού. Ήταν ένα μικρό, δίπατο, πέτρινο σπιτάκι, στη πλατεία Ρούγα (Ζάκυνθος). Σκεφτόμουνα ότι κάτω από την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο ανώι θα μπορούσαμε να προστατευτούμε σε περίπτωση που ξεκόλλαγαν και έπεφταν πέτρες. Ένα βράδυ είδα την Παναγιά στον ύπνο μου. Μου είπε να προφυλαχτούμε στην ξύλινη σκάλα. Το επόμενο πρωί έπιασα τα παιδιά μου και τον άντρα μου και τους είπα ότι αν γίνει το βράδυ σεισμός να τρέξουν όλοι κάτω από την σκάλα. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας έγινε ο πρώτος σεισμός (11 Αυγούστου 1953). Έγιναν πολλές ζημιές, πολλά σπίτια έγιναν ετοιμόρροπα αλλά μόνο ένα έπεσε εντελώς. Ήταν το δικό μας. Όταν άρχισε ο σεισμός, οι τοίχοι μούγκριζαν και κουνιόνταν σαν να ήταν από χαρτί. Ήταν συγκλονιστικό να βλέπεις να γέρνουν τόσο πολύ εκείνοι οι βαριοί πέτρινοι τοίχοι. Φώναξα στα παιδιά να τρέξουν κάτω από τη σκάλα και ήταν το μοναδικό κομμάτι του σπιτιού που έμεινε όρθιο. Η σκόνη δεν με άφηνε να δω αν όλα τα παιδιά είχαν έρθει εκεί και από την αγωνία δεν άκουγα, δεν καταλάβαινα. Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε κιόλας. Να μείναμε κάνα μισάωρο εκεί μέσα; Οι γείτονες πετάχτηκαν έξω από τον σεισμό και αμέσως παραμέρισαν τα μπάζα και μας απελευθέρωσαν.

Μας βοήθησε που ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε πέσει. Αν το σπίτι άντεχε και είχαμε εγκλωβιστεί με τον μεγάλο σεισμό (12 Αυγούστου 1953), δεν θα μας βοήθαγε κανένας και θα καιγόμασταν ζωντανοί, αφού η γειτονιά μας, μετά το σεισμό, κάηκε. Όπως βρήκανε μία γειτόνισσά μας με την κόρη της αγκαλιασμένες, καμένες, κάτω από τη σκάλα τους, όπου είχανε εγκλωβιστεί. Μετά φύγαμε στην περιοχή της Παναγούλας, στα χωράφια, όπου κατέφυγαν και άλλοι που φοβότανε να μπουν στα σπίτια τους και στήσαμε σκηνές. Από εκεί παρακολουθήσαμε τον μεγάλο σεισμό. Τα σπίτια πέφτανε σαν χάρτινα και το ένα πλάκωνε το άλλο. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο! Μετά σηκώθηκε σκόνη και τα σκέπασε όλα. Νομίζαμε ότι ήμασταν οι μόνοι που είχαμε γλιτώσει! Παρακολουθούσαμε παγωμένοι και κλαίγαμε για τους συγγενείς που είχαμε αφήσει πίσω. Μετά από λίγο άρχισαν να καταφτάνουν στα χωράφια όσοι είχανε γλιτώσει. Εκτυλίχτηκαν σκηνές αλλοφροσύνης. Άλλοι ήταν χτυπημένοι, σακατεμένοι, με αίματα και φάρμακα δεν υπήρχαν. Σχίζαμε τα ρούχα μας για τους δέσουμε τις πληγές. Γυναίκες έψαχναν τα παιδιά και τους άντρες τους, ενώ όλη τη νύχτα ακουγότανε ουρλιαχτά από την πόλη. Φοβόμασταν όμως να πάμε να τους βοηθήσουμε γιατί είχε ξεσπάσει ήδη η φωτιά και όλα καίγονταν!».




Γεώργιος Μόραλης, Βετεράνος Ναύαρχος του Π.Ν.:

«Πρώτα έγινε ένας σεισμός στη Σάμη της Κεφαλονιάς. Η Κυβέρνηση έστειλε τον Υπουργό Πρόνοιας, τον Αδαμόπουλο, με βοήθεια προς τους πληγέντας. Η βοήθεια έφτασε στο νησί με το Α/Γ «ΑΛΦΕΙΟΣ» και Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Κ. Μόσχο.

Μετά τη Σάμη το «ΑΛΦΕΙΟΣ» έπλευσε στο Αργοστόλι με τον Υπουργό. Τότε έγινε ο μεγάλος σεισμός που χτύπησε όλα τα νότια Επτάνησα. Ο Μόσχος έστειλε σήμα στην Αθήνα ότι «το Αργοστόλι βυθίζεται». Η Κυβέρνησις έστειλε αμέσως τον Αντιστράτηγο Ιατρίδη για να αναλάβει την οργάνωση της βοήθειας. Ο ΑΓΕΝ Αντιναύαρχος Π. Παππάς με έστειλε μαζί με τον Στρατηγό να αναλάβω τον συντονισμό των διαφόρων πλοίων.

Οι πρώτοι που μας εβοήθησαν ήσαν δύο Κορβέτες του Ισραήλ που ήσαν έξω από την Κεφαλονιά την ώρα του μεγάλου σεισμού. Δεύτερος κατέπλευσαν ο Αγγλικός Στόλος Μεσογείου που βρισκόταν σε άσκηση κοντά στα Επτάνησα, τρίτοι οι Αμερικανοί και μετά οι Ιταλοί και οι Γάλλοι.

Το Ναυτικό έστειλε σε κάθε νησί από ένα αντιτορπιλικό με βοήθεια, όπου και παρέμειναν για να βοηθήσουν και στην ανοικοδόμηση. Βέβαια η αντιπολίτευση και μερικές εφημερίδες κατηγόρησαν για ελλειπή αντιμετώπιση. Γεγονός είναι ότι έγιναν μερικά σφάλματα, αργοπορίες, κτλ. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η καταστροφή και το Κράτος τότε δεν είχε προβλέψει να έρθει αντιμέτωπο με ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός.

Υπήρξε πολύς κόσμος που εβοήθησε το Ναυτικό και το Στρατό μας στο έργο του. Πολίτες, εθελόντριες νοσοκόμες, πρόσκοποι, οδηγοί και πολλοί άλλοι. Δεν θα ξεχάσω μερικές κυρίες, την Ελένη Κοσμετάτου, Μελλά και Κασιοπούλου, που οι δραστηριότητα και η προσφορά τους υπήρξε μεγαλειώδης.

Πρώτο μας μέλημα ήταν να οργανώσουμε σε κατασκηνώσεις τον κόσμο (…)».

O Ναύαρχος Μόραλης στα χαλάσματα της Κεφαλονιάς



Μάχη Μουζάκη
31/08/53 :


Νησί μου,
πριν σ’ αφήσω
ζητούσα να ’βρω κάτι,
κάτι ανέγγιχτο, απ’ το μαύρο
χορό της γης!
Παντού καπνοί, πέτρες, κλάμα!
Να νάτο!
Ολόδροσο, σαν την αυγή,
που η συμφορά της γης μας
δεν τη φτάνει…
Νάτο!
Ένα τριαντάφυλλο μισάνοιχτο
στα ερείπια του σπιτιού μου,
μου χαμογελά.
Τ’ άφησα εκεί!
Μαζί με την τριανταφυλλιά
που νέο θ’ ανθίσει καθ’ αυγή
Σύμβολο
μέσα στα χαλάσματα
ζωής, χαράς,
και πνεύμα νέο
των παιδιών σου Νησί μου!
… …
Αγαπημένη μου χώρα!
Όλα όσ’ αγάπησα γίναν συντρίμμια;
Όλα, όσα έζησα,
δεν υπάρχουν πια;
Μα όχι κάπου υπάρχουν…
Κάπου στη Γη σου
που ξεφυτρώνουν λουλούδια…
Κάπου στα γαλάζια νερά
που νανουρίζουν τ’ ακρογιάλια σου!
Στο φως του φεγγαριού
που κρυφοπαίζει
στα χαλάσματα
κάπου θα υπάρχεις!
Ναι, θα υπάρχεις παντού
γιατί είσαι μέσα μας!
Και η φλόγα της αγάπης μας
δυνατότερη, κείνης που σε νέκρωσε
θα σε ζωντανέψει.
Νησί μου,
Αγέραστη ομορφιά!
Τί πήρ’ ακόμα από Σένα;
Επήρα Σένα! Εσένα!



Η λιτανεία του Αγίου στις 24 Αυγούστου του 1953

Eliezer:

«Έντεκα μόλις μέρες έχουνε περάσει από τη βιβλική καταστροφή τον νησιού του ’53. Η Ζάκυνθος από Σταυρωμένο μέχρι Πεντεκάμαρο κι από Άι – Λάζαρο ίσαμε Παλιά Βρύση, βρίσκεται σωριασμένη σε άμορφη μάζα από ερείπια. Ντουβάρια και ξύλα και πέτρες, που καπνίζουν ακόμα από το φοβερό άγλυμα της φωτιάς. Μόνος δρόμος επικοινωνίας που ’χει απομείνει είναι ο παραλιακός, η γνώριμη «Στράτα Μαρίνα». Σημαδεμένη και τούτη από το άπονο χτύπημα της μοίρας, μ’ ένα βαθιό χάσμα και τη μεριά της θάλασσας. Κι ο αέρας, αποπνέει ακόμα από τη μυρουδιά της καμένης σάρκας.

Ωστόσο κατά το απογιοματάκι, παρά το φουριόζο και συνάμα κρυαδερό πουνέντε, ένας περίεργος (!) κόσμος στέκεται ένα γύρω από την απείραχτη εκκλησία του Αγίου στον Άμμο. Στέκεται και υπομονετικά περιμένει, για να παρακολουθήσει, λέει, τη χάρη Του, που σε λιγάκι θα λιτανευτεί.

Κι είναι αλήθεια περίεργος ετούτος ο κόσμος, όχι μόνο από την πλευρά της πολύχρωμης και φυσικά αταίριαστης μοντούρας του (στις έντεκα μέρες που έχουνε περάσει από τότες, το μάτι του Ζακυνθινού έχει πια εξοικειωθεί σε παρόμοιες φολκλορικές φιγούρες) αλλά πιο πολύ για το κουράγιο του, που ομοιόμορφα και πεισματικά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη ματιά του. Γιατί ορισμένα χρειάζεται κουράγιο, πολύ κουράγιο και καρδιά φτιαγμένη από σκληρή πέτρα, για να βρεθεί τόπος, ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά, να χωρέσει παρόμοια εκδήλωση. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία, πως πρώτος και κύριος λόγος αυτής της εκδήλωσης υπαγορεύτηκε από εσωτερική παρόρμηση. Ανάγκη να δοξολογήσει τον προστάτη του Άγιο, που σταμάτησε το κακό ώσαμε εδώ. Ακλόνητη πίστη μου δεν καταφέρει να γκρεμίσει ο σεισμός.

Έτσι σε κάμποση ώρα μια ακανόνιστη, χωρίς ρυθμό και συνοχή, με περίσσια όμως κατάνυξη λιτανεία, πλαισιωμένη με μορφές τραγικές, που μόνο θεοτοκοπούλειο χέρι θα μπορούσε ν’ αποθανατίσει, περνάει πλάι στα δέντρα του Άμμου. Θα ακολουθήσει τη μοναδική διαδρομή στο ρημαγμένο παραλιακό δρόμο, ενώ στο διάβα της θα τη συνοδέψει ένας ατελείωτος, γοερός θρήνος. Ένας θρήνος που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προσπάθεια το κόσμου να υμνήσει τον Άγιό του, τον πολιούχο Του, που περπατά μέσα στην ανύπαρκτη πόλη Του.

Πέρα όμως από τούτο το οπωσδήποτε λατρευτικό μέρος της μοναδικής αυτής εκδήλωσης, υπάρχει μεγάλο περιθώριο ν’ αναζητηθούν κι άλλοι λόγοι, που συντελέσανε στην πραγματοποίησή της. Λόγοι υπαρξιακοί και ψυχολογικοί, λόγοι παράδοσης και συνέχειας, αλλά επιτέλους και εγωιστικοί λόγοι.

Περισσότερο απλά. Διαπιστώνεται πως δώδεκα μέρες ύστερα από την ολοκληρωτική καταστροφή και μόλο που δεν έλεγε να σταματήσει ακόμα το τρελό τίναγμα της γης, η ζωή στο νησί έχει ξαναρχίσει. Ο ταλαιπωρημένος κάτοικος αυτού του τόπου, το πήρε απόφαση να αρχίσει πάλι από την αρχή.

Έτσι, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο, μαζεύει τ’ αποκαΐδια του, βρίσκει μια γωνιά κι ακουμπάει την οικογένειά του και απέ ανασκουμπώνεται… Ορθώνει το μπόι του με πείσμα και θέληση όχι μόνο για να σταθεί, αλλά και για να αναδημιουργήσει, όσο φυσικά μπορεί, αυτό το ίδιο που χάθηκε.

Από την πρώτη όμως στιγμή νιώθει την ανάγκη το δημιούργημα του να έχει ψυχή, ν’ αποπνέει τον αέρα του τόπου, να ’χει δεσμό με ό,τι υπήρχε. Κοιτάζει, λοιπόν, να βρει τους συνδετήριους κρίκους που θα ενωσούνε την προαυγουστιάτικη Ζάκυνθο του ’53 με τη νέα, τη μετασεισμική.

Κι η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, στις 24 Αυγούστου του 1953 το απόγιομα, τούτο το νόημα έχει.

Είναι ο πρώτος ίσως κρίκος που ένωσε το παλιό Ζάντε με την καινούργια Ζάκυνθο».


Ο ναός του Αγίου Διονυσίου, ένα από τα τρία κτίσματα που σώθηκαν από τους σεισμούς




Η πλατεία του ποιητή (Άγίου Μάρκου) πριν τον σεισμό, κατά την καταστροφή και σήμερα

Το θέατρο, έργο του Τσίλερ

Η πλατεά Σολωμού με τις σκηνές που έστησε ο στρατός.

Διακρίνονται τα ερείπια του Θεάτρου του Τσίλερ

Η πλατεία Σολωμού σήμερα





Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

κούρα ξούρα εν Αθήναις


Μιά πολύ ωραία παρουσίαση των τελευταίων μπαρμέρικων στην Αθήνα από το τελευταίο φύλλο της Athens Voice.

Ανοίχτε το άρθρο από εδώ.





Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Ο ψαλίδιος στηρίζει την έκθεση των παιδιών του Ειδικού Σχολείου Πειραιά


Μπράβο στους καλλιτέχνες!!!


ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (Ε.Ε.Ε.Ε.Κ.)
Δελτίο Τύπου:
«ΑΝΤΙΛΗΨΗ»
Έκθεση ελαιογραφίας και αγγειοπλαστικής
παιδιών Ειδικού Σχολείου Πειραιά
5 – 11 Ιουνίου 2010
Πολυχώρος Νομαρχίας Πειραιά και Νήσων «ΑΠΟΛΛΩΝ»
Ερμουπόλεως & Πηλίου 1, 18541 Καμίνια, τηλ: 210 4539395

Εγκαίνια: Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010, 19:00


Ο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τον κόσμο γύρω του. Όλοι μας σκεφτόμαστε και λειτουργούμε με διαφορετικούς νοητικούς μηχανισμούς και κατέχουμε τις δικές μας υποκειμενικές αλήθειες. Όμως όλοι μας λίγο πολύ , συγκλίνουμε σε βασικές αρχές του κόσμου και της κοινωνίας μας και καταφέρνουμε να συνεννοηθούμε, να επιβιώσουμε και να εξελιχθούμε.

Υπάρχουν ωστόσο και κάποια παιδιά που δεν λειτουργούν διανοητικά με τον τρόπο των περισσότερων ανθρώπων αλλά αντιλαμβάνονται και λειτουργούν μέσα από την δική τους ιδιαίτερη ματιά. Οι περισσότεροι από εμάς δεν καταφέρνουμε να αντιληφθούμε τον τρόπο τους και δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Όμως εκείνα, δείχνοντας μεγάλη κατανόηση στο πρόβλημά μας, μας προσκαλούν να τα γνωρίσουμε και με πολύ μεράκι και ταλέντο ζωγραφίζουν τον κόσμο, όπως τον βλέπουν τα δικά τους διαφορετικά μάτια , ώστε να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε.

Η έκθεση «ΑΝΤΙΛΗΨΗ» πραγματοποιείται στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος δια βίου μάθησης Commenius. Πρόκειται για μια δράση με τίτλο «Special Artists Thought Europe», στο οποίο συμμετέχει η χώρα μας μέσω του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών.

Στο πρόγραμμα αυτό παίρνουν μέρος ειδικά σχολεία από 8 ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Αγγλία, Γαλλία, Πολωνία, Λετονία, Φιλανδία και Τουρκία). Οι μαθητές των ειδικών σχολείων ζωγραφίζουν σε συνεργασία με επαγγελματίες εικαστικούς και ζωγράφους δημιουργώντας τους δικούς τους πίνακες. Δύο έργα από κάθε χώρα θα συμπεριληφθούν σε μια κοινή ευρωπαικη έκθεση η οποία θα περιοδεύσει στις συμμετέχουσες χώρες από τον Σεπτέμβριο του 2010 και θα βρίσκεται στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2011.

Από την Ελλάδα στο πρόγραμμα συμμετέχει το (Ε.Ε.Ε.Ε.Κ Πειραιά) Εργαστήριο Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του Πειραιά. Εικοσιπέντε μαθητές συνεργάζονται με δέκα ζωγράφους και εκπαιδευτικούς για να κατασκευάσουν τα δικά τους έργα με θέμα την ΑΝΤΙΛΗΨΗ.

Τα έργα θα εκτεθούν στον Πολυχώρο «ΑΠΟΛΛΩΝ» της Νομαρχίας Πειραιά και Νήσων, από τις 5 έως και τις 10 Ιουνίου 2010. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010 και ώρα 19:00.

Τα έσοδα από την πώληση των έργων θα διατεθούν για την στήριξη του προγράμματος και του Ειδικού Σχολείου του Πειραιά.

Η έκθεση πραγματοποιείται με την φιλοξενία και την στήριξη του Πολυχώρου «ΑΠΟΛΛΩΝ» Νομαρχίας Πειραιά και Νήσων, την έκδοση του καταλόγου πραγματοποιεί η Νομαρχία Πειραιά και Νήσων ενώ τα υλικά που χρησιμοποίησαν τα παιδιά για την δημιουργία των έργων τους προσέφερε το κατάστημα ειδών ζωγραφικής και αγιογραφίας Motivo.

Σας περιμένουμε στα εγκαίνια της έκθεσης και αναμένουμε στην στήριξή σας στης προβολή της διοργάνωσης.

Σας ευχαριστούμε πολύ

Για πληροφορίες:
Χάρης Τορτορέλης
Υπεύθυνος Επικοινωνίας
ch.tortorelis@gmail.com


Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Χρόνια πολλά!!!



Xρόνια πολλά Ψαλίδιε για την όμορφη σύζυγό σου, να την χαίρεσαι...

Χρόνια πολλά μαμά!

Χρόνια πολλά Ελένη Κωνσταντίνα, Ντίνα, Τίνα, Λένα, Κωνσταντίνε, Κώστα και Κωστή
















* τα όμορφα λέλουδα είναι από το μπαλκόνι της γυναίκας του Ψαλίδιου