Παιδιά ζακυνθινών σεισμοπαθών φιλοξενήθηκαν αρχικά σε κατασκηνώσεις
στην Πάτρα και αλλού, και στη συνέχεια
σε ορφανοτροφεία και οικοτροφεία,
εκτός του νησιού.
Κάποια από αυτά δεν γύρισαν ποτέ πίσω
στις οικογένειές τους. Δόθηκαν για υιοθεσία.
Δεξιά ο πατέρας μου, Αντώνιος Τορτορέλης,
κατάφερε να ξαναγυρίσει κάποτε στους δικούς του.
Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, τεύχος 923, Αύγουστος 2010, στη στήλη που επιμελούμαι με τίτλο "ΘΑΛΑΤΤΑ Ναυτική παράδοση και κληρονομιά". Για άλλη μια φορά "εκμεταλεύομαι" τον χώρο που μου δίδεται στο περιοδικό για να γράψω ιστορίες για την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ζάκυνθο, αλλά αυτή τη φορά είδα την δημοσίευση με πολύ συγκίνηση αφού πρόκειται για πολύ δικές μου και συναισθηματικά φορτισμένες ιστορίες. Αφιερωμένο στις δύο μου γιαγιάδες.
Οι σεισμοί του Αυγούστου του 1953 ισοπέδωσαν σχεδόν ολοκληρωτικά την Κεφαλονιά, την Ιθάκη και την Ζάκυνθο. Εκατοντάδες ήταν οι νεκροί και χιλιάδες οι τραυματίες. Αλλά και όσοι σώθηκαν, τραυματίστηκαν στην ψυχή τους βλέποντας τον κόσμο τους να αλλάζει τραγικά και ολοκληρωτικά. Ένας υπέροχος, νησιωτικός πολιτισμός χάθηκε κάτω από τα γκρεμίσματα και τις φωτιές. Πολύτιμα αρχεία από την εποχή της Ενετοκρατίας, σπάνια έργα τέχνης, αρχεία συγγραφέων και ποιητών, κτίρια πραγματικά μνημεία, θρησκευτικά κειμήλια, όλα χάθηκαν. Ο πληθυσμός των νησιών άλλαξε δραματικά. Παρόλη την αρχική απαγόρευση από την Κυβέρνηση για εγκατάλειψη των νησιών από τους ντόπιους κατοίκους τους (υπήρχε ο φόβος της ολοκληρωτικής ερήμωσής τους) χιλιάδες νησιώτες διέφυγαν με κάθε μέσο στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Στην Ζάκυνθο, από τις 48.000 κατοίκους πριν το σεισμό, απέμειναν μόλις 20.000 μετά την καταστροφή.
Η σεισμοπυρκαγιά του ’53 αποτελεί μια ημερομηνία σταθμό στην Επτανησιωτική Ιστορία. Σήμερα, 57 χρόνια μετά, όλα μετρώνται χρονικά με την επεξήγηση «προσεισμικά ή μετά το σεισμό».
Οι δυο πρώτες μαρτυρίες είναι οι ιστορίες που άκουγα παιδάκι από τις δύο μου γιαγιάδες, την Άννα Τορτορέλη και την Αθηνά Θεοδόση, αντίς για παραμύθια. Την μαρτυρία του Βετεράνου του Π.Ν. Κ. Γεώργιου Μόραλη μαζί με τη φωτογραφία από τα χαλάσματα της Κεφαλονιάς μου παρέδωσε ο ίδιος εγγράφως, το 2003, όταν τον γνώρισα στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος και μιλήσαμε για τα Επτάνησα και την καταγωγή μου. Το ποίημα γράφτηκε από την Ζακυνθινιά ποιήτρια Μάχη Μουζάκη λίγες μέρες μετά την καταστροφή, στις 31 Αυγούστου του 1953, όταν εγκατέλειπε το νησί μαζί με την οικογένειά της. Το κείμενο για την λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, στις 24 Αυγούστου του 1953, υπογράφει ανώνυμος συγγραφέας με το ψευδώνυμο Eliezer στην ετήσια εικονογραφημένη επιθεώρηση «Ζάκυνθος 1983» η οποία ήταν αφιερωμένη στα 30 χρόνια μετά το σεισμό.

Η κατεστραμμένη Φανερωμένη,
όπου χάθηκαν σπάνιοι καλλιτεχνικοί θησαυροί
Εικόνα από την τραγική νύχτα της 12ης Αυγούστου,
όπου μετά τον μεγάλο σεισμό ξέσπασε πυρκαγιά
Στρατιώτες βοηθούν στην απομάκρυνσης των μπαζών
Αθηνά Θεοδόση:
«Με τον πρώτο σεισμό είχανε ξεκολλήσει μερικές πέτρες στο σπίτι μας. Ήταν ένα πέτρινο, δίπατο, στο Κεραμιδάκι. Έτσι λέγεται η γειτονιά μας γιατί υπάρχουνε πολλές πηγές και τότενες δεν υπήρχαν βάνες. Έτσι είχανε βάλει ένα κεραμίδι ανάποδα, στην μεγάλη, πέτρινη βρύση, και έτρεχε το νερό συνέχεια από ’κει. Όλη η Ζάκυνθος ερχότανε το απόγευμα με μπότσες να πάρουνε φρέσκο νερό.
Το πρωί της Τετάρτης (12 Αυγούστου) είχα πάει στο μπακάλικο και εκεί οι γυναίκες λέγανε ότι ακούγονται φήμες για μεγάλο σεισμό αλλά από την Νομαρχία το κρύβανε για να μην φοβηθεί ο κόσμος. Έτσι καθόμασταν στη βεράντα και είχα συνέχεια το νου μου στα παιδιά. Ήμουν με τον μεγάλο μου γιο και τον μπέμπη, αβάπτιστο ακόμα, και την πεθερά μου. Από την βεράντα, που ήταν λίγο υπερυψωμένη, αφού η γειτονιά μας είναι στους πρόποδες του λόφου και είναι αμφιθεατρική, έβλεπα και τις δύο μου κόρες (8 και 6 χρονών), κάτω στην πέτρινη βρύση που παίζανε μπουγέλο μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς.
Στις εντεκάμιση έγινε ο μεγάλος σεισμός. Το σπίτι πίσω μας έπεσε και σηκώθηκε σκόνη παντού. Άρπαξα τα αγόρια μου και φώναζα τα κορίτσια αλλά δεν άκουγα τίποτα από την φασαρία. Η γη έτρεμε συνέχεια. Η πεθερά μου με τράβηξε να ανεβούμε ψηλά στο λόφο για να σωθούμε. Όταν ανεβήκαμε πιο ψηλά, μαζί με άλλους γείτονες που είχαν γλιτώσει, βλέπαμε κάτω να μην έχει μείνει τίποτα όρθιο. Και σε εκείνο το χαλασμό σκεφτόμουνα ότι είχα αφήσει τις κόρες μου. Πέταξα τα αγόρια στην πεθερά μου να πάω να τις σώσω. Εκείνη μου ούρλιαζε ότι τα έχασα τα κορίτσια μου, ότι σκοτωθήκανε, και να μην πάω γιατί θα σκοτωθώ και εγώ και θα μείνουνε και τα αγόρια μου ορφανά. Εγώ δεν την άκουσα και πήγα. Όταν κατέβηκα κάτω, στην γειτονιά μας ξανά, δεν έβλεπα τίποτα και δεν μπορούσα να σταθώ όρθια. Φώναζα τα ονόματα των κοριτσιών και κατευθυνόμουνα προς την βρύση μπουσουλώντας. Άκουσα τη φωνή της μικρής μου κόρης να με φωνάζει και προσανατολίστηκα. Την βρήκα και την τράβαγα να την πάρω αγκαλιά να φύγουμε. Ήταν μούσκεμα και νόμιζα ότι ήταν βρεγμένη από την βρύση. Αλλά ήταν από αίμα. Το κεφάλι της ήταν πλακωμένο από δύο μεγάλες πέτρες, από την παμπάλαια βρύση που είχε καταρρεύσει. Δεν ξέρω πού βρήκα την δύναμη να κουνήσω εκείνους τους ογκόλιθους! Πήρα την κόρη μου και ανέβαινα τον λόφο, για να την αφήσω στην πεθερά μου και να γυρίσω να βρω την μεγάλη μου. Αλλά ευτυχώς η μεγάλη είχε γλιτώσει και είχε βρει την γιαγιά της, στο λόφο. Μετά με αγωνία περιμέναμε τον άντρα μου, που ήταν στη δουλειά.
Αργότερα ξέσπασε η φωτιά και όλο ανέβαινε προς τον λόφο. Αναγκαστήκαμε να ανεβούμε πιο ψηλά, στο λόφο του Στράνη. Όλη τη νύχτα ακούγαμε τα ουρλιαχτά από τους φυλακισμένους που είχαν εγκλωβιστεί και βλέπανε να έρχεται η φωτιά. Καθόμασταν ανάμεσα στις ελιές τρομαγμένοι, ενώ κινδυνεύαμε και από τα άλογα, που είχανε αφηνιάσει και είχανε λυθεί και τρέχανε ανάμεσα στον κόσμο και μας πλακώνανε.
Μετά από τρεις μέρες ήρθαν από τον Ερυθρό Σταυρό και μου δώσανε μία ασπιρίνη για την τραυματισμένη μου κόρη. Μετά από καμιά εβδομάδα, μια νοσοκόμα από την Κατερίνη, περιποιήθηκε το κεφάλι της κόρης μου και βάφτισε τον μπέμπη. Δεν ξέραμε τι μας περίμενε. Μετά μας ρίχνανε τα αμερικάνικα αεροπλάνα ψωμί, κονσέρβες με κρέας αλόγου και κουβέρτες. Μετά και ρούχα. Μέσα σε ένα πανωφόρι παιδικό βρήκαμε και μία σύσταση από μία οικογένεια ξένων. Όταν ξαναλειτούργησε το ταχυδρομείο, το χειμώνα πια, έστειλα ένα γράμμα στη διεύθυνση εκείνη και μετά μας ήρθε ένα πακέτο με ένα σωρό δώρα και πλάκες χοντρές από αμερικάνικες σοκολάτες. Δεν ξέρω αν έχουμε ξαναφάει τόσο νόστιμη σοκολάτα!
Ένα ολόκληρο χειμώνα περάσαμε μέσα στις σκηνές, μέχρι που ήρθε ο στρατός και μαζέψανε τα μπάζα και άρχισαν να ξαναχτίζονται τα σπίτια. Κάθε πρωί, ψάχναμε τα παπούτσια μας στα χωράφια, που τα είχανε παρασύρει τα νερά από τις βροχές, που τρέχανε κάτω από τα ντιβάνια που είχαμε από τον στρατό».



Η Παλιά Βρύση τότε και τώρα
Άννα Τορτορέλη:
«Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού του 1953 είχανε γίνει μερικοί μικροί σεισμοί. Είχανε αρχίσει οι φήμες για πολύ μεγάλο σεισμό, όμως αυτό γίνεται πάντα, και δεν είχαμε ανησυχήσει ιδιαίτερα. Ωστόσο, τις τελευταίες μέρες πριν από την καταστροφή είχα ένα κακό προαίσθημα. Έψαχνα να βρω το πιο γερό μέρος του σπιτιού. Ήταν ένα μικρό, δίπατο, πέτρινο σπιτάκι, στη πλατεία Ρούγα (Ζάκυνθος). Σκεφτόμουνα ότι κάτω από την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο ανώι θα μπορούσαμε να προστατευτούμε σε περίπτωση που ξεκόλλαγαν και έπεφταν πέτρες. Ένα βράδυ είδα την Παναγιά στον ύπνο μου. Μου είπε να προφυλαχτούμε στην ξύλινη σκάλα. Το επόμενο πρωί έπιασα τα παιδιά μου και τον άντρα μου και τους είπα ότι αν γίνει το βράδυ σεισμός να τρέξουν όλοι κάτω από την σκάλα. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας έγινε ο πρώτος σεισμός (11 Αυγούστου 1953). Έγιναν πολλές ζημιές, πολλά σπίτια έγιναν ετοιμόρροπα αλλά μόνο ένα έπεσε εντελώς. Ήταν το δικό μας. Όταν άρχισε ο σεισμός, οι τοίχοι μούγκριζαν και κουνιόνταν σαν να ήταν από χαρτί. Ήταν συγκλονιστικό να βλέπεις να γέρνουν τόσο πολύ εκείνοι οι βαριοί πέτρινοι τοίχοι. Φώναξα στα παιδιά να τρέξουν κάτω από τη σκάλα και ήταν το μοναδικό κομμάτι του σπιτιού που έμεινε όρθιο. Η σκόνη δεν με άφηνε να δω αν όλα τα παιδιά είχαν έρθει εκεί και από την αγωνία δεν άκουγα, δεν καταλάβαινα. Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε κιόλας. Να μείναμε κάνα μισάωρο εκεί μέσα; Οι γείτονες πετάχτηκαν έξω από τον σεισμό και αμέσως παραμέρισαν τα μπάζα και μας απελευθέρωσαν.
Μας βοήθησε που ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε πέσει. Αν το σπίτι άντεχε και είχαμε εγκλωβιστεί με τον μεγάλο σεισμό (12 Αυγούστου 1953), δεν θα μας βοήθαγε κανένας και θα καιγόμασταν ζωντανοί, αφού η γειτονιά μας, μετά το σεισμό, κάηκε. Όπως βρήκανε μία γειτόνισσά μας με την κόρη της αγκαλιασμένες, καμένες, κάτω από τη σκάλα τους, όπου είχανε εγκλωβιστεί. Μετά φύγαμε στην περιοχή της Παναγούλας, στα χωράφια, όπου κατέφυγαν και άλλοι που φοβότανε να μπουν στα σπίτια τους και στήσαμε σκηνές. Από εκεί παρακολουθήσαμε τον μεγάλο σεισμό. Τα σπίτια πέφτανε σαν χάρτινα και το ένα πλάκωνε το άλλο. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο! Μετά σηκώθηκε σκόνη και τα σκέπασε όλα. Νομίζαμε ότι ήμασταν οι μόνοι που είχαμε γλιτώσει! Παρακολουθούσαμε παγωμένοι και κλαίγαμε για τους συγγενείς που είχαμε αφήσει πίσω. Μετά από λίγο άρχισαν να καταφτάνουν στα χωράφια όσοι είχανε γλιτώσει. Εκτυλίχτηκαν σκηνές αλλοφροσύνης. Άλλοι ήταν χτυπημένοι, σακατεμένοι, με αίματα και φάρμακα δεν υπήρχαν. Σχίζαμε τα ρούχα μας για τους δέσουμε τις πληγές. Γυναίκες έψαχναν τα παιδιά και τους άντρες τους, ενώ όλη τη νύχτα ακουγότανε ουρλιαχτά από την πόλη. Φοβόμασταν όμως να πάμε να τους βοηθήσουμε γιατί είχε ξεσπάσει ήδη η φωτιά και όλα καίγονταν!».
Γεώργιος Μόραλης, Βετεράνος Ναύαρχος του Π.Ν.:
«Πρώτα έγινε ένας σεισμός στη Σάμη της Κεφαλονιάς. Η Κυβέρνηση έστειλε τον Υπουργό Πρόνοιας, τον Αδαμόπουλο, με βοήθεια προς τους πληγέντας. Η βοήθεια έφτασε στο νησί με το Α/Γ «ΑΛΦΕΙΟΣ» και Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Κ. Μόσχο.
Μετά τη Σάμη το «ΑΛΦΕΙΟΣ» έπλευσε στο Αργοστόλι με τον Υπουργό. Τότε έγινε ο μεγάλος σεισμός που χτύπησε όλα τα νότια Επτάνησα. Ο Μόσχος έστειλε σήμα στην Αθήνα ότι «το Αργοστόλι βυθίζεται». Η Κυβέρνησις έστειλε αμέσως τον Αντιστράτηγο Ιατρίδη για να αναλάβει την οργάνωση της βοήθειας. Ο ΑΓΕΝ Αντιναύαρχος Π. Παππάς με έστειλε μαζί με τον Στρατηγό να αναλάβω τον συντονισμό των διαφόρων πλοίων.
Οι πρώτοι που μας εβοήθησαν ήσαν δύο Κορβέτες του Ισραήλ που ήσαν έξω από την Κεφαλονιά την ώρα του μεγάλου σεισμού. Δεύτερος κατέπλευσαν ο Αγγλικός Στόλος Μεσογείου που βρισκόταν σε άσκηση κοντά στα Επτάνησα, τρίτοι οι Αμερικανοί και μετά οι Ιταλοί και οι Γάλλοι.
Το Ναυτικό έστειλε σε κάθε νησί από ένα αντιτορπιλικό με βοήθεια, όπου και παρέμειναν για να βοηθήσουν και στην ανοικοδόμηση. Βέβαια η αντιπολίτευση και μερικές εφημερίδες κατηγόρησαν για ελλειπή αντιμετώπιση. Γεγονός είναι ότι έγιναν μερικά σφάλματα, αργοπορίες, κτλ. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η καταστροφή και το Κράτος τότε δεν είχε προβλέψει να έρθει αντιμέτωπο με ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός.
Υπήρξε πολύς κόσμος που εβοήθησε το Ναυτικό και το Στρατό μας στο έργο του. Πολίτες, εθελόντριες νοσοκόμες, πρόσκοποι, οδηγοί και πολλοί άλλοι. Δεν θα ξεχάσω μερικές κυρίες, την Ελένη Κοσμετάτου, Μελλά και Κασιοπούλου, που οι δραστηριότητα και η προσφορά τους υπήρξε μεγαλειώδης.
Πρώτο μας μέλημα ήταν να οργανώσουμε σε κατασκηνώσεις τον κόσμο (…)».
O Ναύαρχος Μόραλης στα χαλάσματα της Κεφαλονιάς
Μάχη Μουζάκη
31/08/53 :
Νησί μου,
πριν σ’ αφήσω
ζητούσα να ’βρω κάτι,
κάτι ανέγγιχτο, απ’ το μαύρο
χορό της γης!
Παντού καπνοί, πέτρες, κλάμα!
Να νάτο!
Ολόδροσο, σαν την αυγή,
που η συμφορά της γης μας
δεν τη φτάνει…
Νάτο!
Ένα τριαντάφυλλο μισάνοιχτο
στα ερείπια του σπιτιού μου,
μου χαμογελά.
Τ’ άφησα εκεί!
Μαζί με την τριανταφυλλιά
που νέο θ’ ανθίσει καθ’ αυγή
Σύμβολο
μέσα στα χαλάσματα
ζωής, χαράς,
και πνεύμα νέο
των παιδιών σου Νησί μου!
… …
Αγαπημένη μου χώρα!
Όλα όσ’ αγάπησα γίναν συντρίμμια;
Όλα, όσα έζησα,
δεν υπάρχουν πια;
Μα όχι κάπου υπάρχουν…
Κάπου στη Γη σου
που ξεφυτρώνουν λουλούδια…
Κάπου στα γαλάζια νερά
που νανουρίζουν τ’ ακρογιάλια σου!
Στο φως του φεγγαριού
που κρυφοπαίζει
στα χαλάσματα
κάπου θα υπάρχεις!
Ναι, θα υπάρχεις παντού
γιατί είσαι μέσα μας!
Και η φλόγα της αγάπης μας
δυνατότερη, κείνης που σε νέκρωσε
θα σε ζωντανέψει.
Νησί μου,
Αγέραστη ομορφιά!
Τί πήρ’ ακόμα από Σένα;
Επήρα Σένα! Εσένα!
Η λιτανεία του Αγίου στις 24 Αυγούστου του 1953
Eliezer:
«Έντεκα μόλις μέρες έχουνε περάσει από τη βιβλική καταστροφή τον νησιού του ’53. Η Ζάκυνθος από Σταυρωμένο μέχρι Πεντεκάμαρο κι από Άι – Λάζαρο ίσαμε Παλιά Βρύση, βρίσκεται σωριασμένη σε άμορφη μάζα από ερείπια. Ντουβάρια και ξύλα και πέτρες, που καπνίζουν ακόμα από το φοβερό άγλυμα της φωτιάς. Μόνος δρόμος επικοινωνίας που ’χει απομείνει είναι ο παραλιακός, η γνώριμη «Στράτα Μαρίνα». Σημαδεμένη και τούτη από το άπονο χτύπημα της μοίρας, μ’ ένα βαθιό χάσμα και τη μεριά της θάλασσας. Κι ο αέρας, αποπνέει ακόμα από τη μυρουδιά της καμένης σάρκας.
Ωστόσο κατά το απογιοματάκι, παρά το φουριόζο και συνάμα κρυαδερό πουνέντε, ένας περίεργος (!) κόσμος στέκεται ένα γύρω από την απείραχτη εκκλησία του Αγίου στον Άμμο. Στέκεται και υπομονετικά περιμένει, για να παρακολουθήσει, λέει, τη χάρη Του, που σε λιγάκι θα λιτανευτεί.
Κι είναι αλήθεια περίεργος ετούτος ο κόσμος, όχι μόνο από την πλευρά της πολύχρωμης και φυσικά αταίριαστης μοντούρας του (στις έντεκα μέρες που έχουνε περάσει από τότες, το μάτι του Ζακυνθινού έχει πια εξοικειωθεί σε παρόμοιες φολκλορικές φιγούρες) αλλά πιο πολύ για το κουράγιο του, που ομοιόμορφα και πεισματικά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη ματιά του. Γιατί ορισμένα χρειάζεται κουράγιο, πολύ κουράγιο και καρδιά φτιαγμένη από σκληρή πέτρα, για να βρεθεί τόπος, ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά, να χωρέσει παρόμοια εκδήλωση. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία, πως πρώτος και κύριος λόγος αυτής της εκδήλωσης υπαγορεύτηκε από εσωτερική παρόρμηση. Ανάγκη να δοξολογήσει τον προστάτη του Άγιο, που σταμάτησε το κακό ώσαμε εδώ. Ακλόνητη πίστη μου δεν καταφέρει να γκρεμίσει ο σεισμός.
Έτσι σε κάμποση ώρα μια ακανόνιστη, χωρίς ρυθμό και συνοχή, με περίσσια όμως κατάνυξη λιτανεία, πλαισιωμένη με μορφές τραγικές, που μόνο θεοτοκοπούλειο χέρι θα μπορούσε ν’ αποθανατίσει, περνάει πλάι στα δέντρα του Άμμου. Θα ακολουθήσει τη μοναδική διαδρομή στο ρημαγμένο παραλιακό δρόμο, ενώ στο διάβα της θα τη συνοδέψει ένας ατελείωτος, γοερός θρήνος. Ένας θρήνος που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προσπάθεια το κόσμου να υμνήσει τον Άγιό του, τον πολιούχο Του, που περπατά μέσα στην ανύπαρκτη πόλη Του.
Πέρα όμως από τούτο το οπωσδήποτε λατρευτικό μέρος της μοναδικής αυτής εκδήλωσης, υπάρχει μεγάλο περιθώριο ν’ αναζητηθούν κι άλλοι λόγοι, που συντελέσανε στην πραγματοποίησή της. Λόγοι υπαρξιακοί και ψυχολογικοί, λόγοι παράδοσης και συνέχειας, αλλά επιτέλους και εγωιστικοί λόγοι.
Περισσότερο απλά. Διαπιστώνεται πως δώδεκα μέρες ύστερα από την ολοκληρωτική καταστροφή και μόλο που δεν έλεγε να σταματήσει ακόμα το τρελό τίναγμα της γης, η ζωή στο νησί έχει ξαναρχίσει. Ο ταλαιπωρημένος κάτοικος αυτού του τόπου, το πήρε απόφαση να αρχίσει πάλι από την αρχή.
Έτσι, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο, μαζεύει τ’ αποκαΐδια του, βρίσκει μια γωνιά κι ακουμπάει την οικογένειά του και απέ ανασκουμπώνεται… Ορθώνει το μπόι του με πείσμα και θέληση όχι μόνο για να σταθεί, αλλά και για να αναδημιουργήσει, όσο φυσικά μπορεί, αυτό το ίδιο που χάθηκε.
Από την πρώτη όμως στιγμή νιώθει την ανάγκη το δημιούργημα του να έχει ψυχή, ν’ αποπνέει τον αέρα του τόπου, να ’χει δεσμό με ό,τι υπήρχε. Κοιτάζει, λοιπόν, να βρει τους συνδετήριους κρίκους που θα ενωσούνε την προαυγουστιάτικη Ζάκυνθο του ’53 με τη νέα, τη μετασεισμική.
Κι η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, στις 24 Αυγούστου του 1953 το απόγιομα, τούτο το νόημα έχει.
Είναι ο πρώτος ίσως κρίκος που ένωσε το παλιό Ζάντε με την καινούργια Ζάκυνθο».
Ο ναός του Αγίου Διονυσίου, ένα από τα τρία κτίσματα που σώθηκαν από τους σεισμούς


Η πλατεία του ποιητή (Άγίου Μάρκου) πριν τον σεισμό, κατά την καταστροφή και σήμερα

Το θέατρο, έργο του Τσίλερ

Η πλατεά Σολωμού με τις σκηνές που έστησε ο στρατός.
Διακρίνονται τα ερείπια του Θεάτρου του Τσίλερ

Η πλατεία Σολωμού σήμερα