Ένας από αυτούς είναι και ο κύριος Αντρέας Στάβερης ο οποίος, αν και δεν έχουμε γνωριστεί από κοντά, μου στέλνει συνεχώς ηλεκτρονικά μηνύματα με απίστευτες και σπάνιες φωτογραφίες από την παλιά Ζάκυνθο και τις μέρες του σεισμού, υλικό που είναι κρίμα να μην μοιραστώ και προβάλω από τον "ψαλίδιό" μου.
Αφιερωμένη λοιπόν αυτή η ανάρτηση στον κύριο Αντρέα Στάβερη, στον οποίο ανήκει και το υλικό, και σε όλους τους παλιούς Ζακυνθινούς..

Η πόλη της Ζακύνθου πριν τους σεισμους του 1953...

Όταν ακόμα η πλατεία Σολωμού είχε τροχονόμο!!!
Άνθρωποι που γλύτωσαν από την καταστροφή κουβαλούν ότι τους απέμεινε...
Η πόλη της Ζάκυνθου, ένα απέραντο οικόπεδο, μετά την απομάκρυνση των μπάζων από τα κατεστραμένα κτίρια...
Η ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης της Ζακύνθου...
Η Ζάκυνθος μετά τους σεισμους...
Ο εορτασμός των Φώτων στην Ζάκυνθο του 1902!
Οι ζακυθινοί μπαρμπέρηδες στην πλατεία του Σολωμού, σε υπαίθρια κουρεία...
Ο νερουλάς στη προσεισμική Ζάκυνθο, στη παλιά βρύση, στη Στρατζάδα. στη γειτονιά που μεγάλωσα...
Ο εορτασμός των Φώτων στην Ζάκυνθο του 1902!
Οι ζακυθινοί μπαρμπέρηδες στην πλατεία του Σολωμού, σε υπαίθρια κουρεία...Μία ακόμα φωτογραφία με τους μπαρμπέρηδες της Ζακύθου μετά την καταστροφή, σε παράγκα, στην πλατεία Σολωμού, προς την πλευρά της αποβάθρας.



"Όπου φύγει, φύγει"...
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΕΙΣΜΟΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΟΥ 1953
«Επί του πτώματος της νεκρωμένης πόλεως Ζακύνθου επέπεσαν σαν αχόρταγα και πεινασμένα όρνεα υπό μορφήν εργατοτεχνιτών, ξυλουργών και εργολάβων, διαφόρων ποιοτήτων και επαγγελμάτων άνθρωποι εκ πολλών χώρων της Ελλάδος και ιδίως της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Και ήρχισεν η κατασκευή των ξυλίνων παραπηγμάτων εις τους συνοικισμούς κατά τρόπον προοιωνίζοντα τας ατελείας και τα μειονεκτήματα που αργότερα επαρουσίασαν...
Ολα γίνονται και εκτελούνται αψυχολόγητα, πρόχειρα, άπονα, βεβιασμένα, αμελέτητα, άσωτα. Στο κράμα αυτό των αθλιοτήτων εστηρίχθη η πρόχειρη στέγασις του δεινοπαθήσαντος και κατατεμαχισμένου πληθυσμού της πόλεως...
Οι μπουλντόζες και οι ξένοι προς την Ζάκυνθο, προς την ιστορία της και τον πολιτισμό της άνθρωποι που επέδραμαν "για να δουλέψουν" δεν εσεβάσθησαν τίποτε. Λαξευμένοι λίθοι, που επί αιώνες είχαν χαρίσει το θαυμάσιο εκείνο αρμονικό και καλλιτεχνικό σύνολο που ενεφάνιζε η πόλις της Ζακύνθου (αγκωνάρια των Ναών Φανερωμένης, Αγίων Πάντων, Ιεροσπουδαστηρίου Ιησουητών, μεγάρου Κομούτων, Νομαρχίας και άλλων), εσύρθησαν και ερρίφθησαν στη θάλασσα...».
Ισως αυτά (ή περίπου αυτά) να έγραφα κι εγώ, αν από τότε μέχρι σήμερα δεν είχε μεσολαβήσει η διαρρεύσασα 50ετία. Σήμερα όμως που η αδρότητα με την οποία διαπλάσσεται η πολιτιστική ζωή στη Ζάκυνθο πραγματώνει μιαν αρνητική υπέρβαση ανάμεσα στο εφικτό και στο ευκταίο, η θέση του γράφοντος, παρά την προμετωπική ένθεση της γνώμης του σπουδαίου βιεννέζου στοχαστή, επιβάλλει την αποβολή κάθε στοιχείου μεταφυσικής. Ζώντας και σκεπτόμενος (και αμφιβάλλοντας βέβαια), κατά την καρτεσιανή εκδοχή και αντιφάσκοντας προς το κλασικό Dum spiro, spero, δεν διατηρώ καμία ελπίδα ότι θα με καταλάβει ποτέ ο σύγχρονος homo Zakynthius. Του οποίου η οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με τα πνεύματα που, κατ' ιδεατήν αναφοράν, μπορεί (πεπλανημένα μάλλον) να πλανώνται πάνω από τις στάχτες της Ζακύνθου, μετά το 1953, είναι ανύπαρκτη έως τυχαία.
Πίσω από ένα παρόν που εξελίσσεται αρνητικά, ευτελίζοντας ή εκφυλίζοντας τις αξίες, η οπτική του μέλλοντος δεν μπορεί παρά να είναι δυσοίωνη. Αν την ίδια παρατήρηση έκανε κάποιος μετά το τέλος μιας άλλης καταστροφής, του B' Παγκοσμίου Πολέμου ας πούμε, θα είχε ασφαλώς άδικο. Γιατί ανεξάρτητα από τα δεινά που είχε επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ο πόλεμος αυτός, η επούλωση των πληγών και οι προοπτικές της ανασυγκρότησης ήταν υπαρκτές, και η έλλογη δρομολόγηση της πραγμάτωσής τους ήταν ικανή να στηρίξει την ελπίδα.
H μεταφορά του παραδείγματος στη μετά σεισμούς ζακυνθινή πραγματικότητα δεν θα ήταν εύστοχη. Γιατί, πέρα από αδρομολόγητες προοπτικές και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η καταστροφή από το επίσημο κράτος, εξέλιπε η συνείδηση της συνέχειας του χαμένου πολιτισμού. Και για την απώλεια αυτή δεν έφταιξαν μόνο οι σεισμοί και η κρατική πρόνοια.
Με τη σεισμοπυρκαϊά δεν καταστράφηκε μόνο ο 500χρονος υλικός πολιτισμός της πόλης της Ζακύνθου, στο πρόσωπο της οποίας άλλωστε αντανακλούσαν όλη του η καλλιέργεια και η ιστορική του δομή. Δεν καταστράφηκαν μόνο τα μνημεία της τέχνης, τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα, οι ρυθμοί των εκκλησιών, η πνευματική κληρονομιά, οι βιβλιοθήκες, τα έργα της διανόησης, η αστική λαϊκή κουλτούρα. Ολα αυτά με την πάροδο του χρόνου (και της όποιας διάρκειάς του) θα μπορούσαν να ξαναγίνουν. Καταστράφηκε όμως και κάτι μη αποκαταστάσιμο: ο ψυχικός δεσμός του Ζακυνθινού με τη μάνα του την πόλη. Μιλώ για την πόλη γιατί εκεί κυρίως συντελέστηκε η καταστροφή και εκεί ακριβώς επισημαίνονται οι πολιτισμικές της συνέπειες.
Ο,τι στα τελευταία 500 χρόνια αποτέλεσε γνώρισμα της ζακυνθινής ψυχοσύνθεσης (η αγάπη για τη γενέθλια πόλη, ο «σπουργιτισμός» των Ζακυνθίων, αν θέλετε, η υγιεινή αγωγή της εθιμολατρίας, η ποιοτική αντίληψη του πολιτισμού, η ευπροσηγορία της καθημερινότητας, μεταλλάχθηκαν μέσα στη σκληράδα του μπετόν και την έλλειψη αναστολών του νέου πληθυσμού.
H art de vivre που χαρακτήριζε την προσεισμική (αστική) κοινωνία της Ζακύνθου (πλούσιους και φτωχούς) παραμένει πια απολίθωμα πομπηιανής τοιχογραφίας και νοσταλγικό όνειρο αθεράπευτων ρομαντικών, και συγγνώμη από τους τυχόν διαφωνούντες.
Κι αν όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι έτσι κι αλλιώς θα συνέβαιναν, είτε με σεισμούς είτε χωρίς, και αποτελούν αναπόφευκτες συνέπειες της... εξέλιξης, εγώ δεν θα διαφωνήσω. Δεν θα παύω όμως να τα επισημαίνω ως συμπτώματα πολιτισμικής παρακμής και ως ιστορικά τεκμήρια της εποχής που ζούμε, ώστε, αν κανείς κάποτε τα διαβάσει, να θυμηθεί τη ρήση του Wittgestein που προτάχθηκε στην αρχή του παρόντος.

Ο κύριος Στάβερης μου σημείωσε γι αυτή την σπάνια φωτογραφία ότι διακρίνεται η παραλία πριν γίνουν επιχωματώσεις. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν το μπαστούνι του Αγίου, η αριστερή προβλήτα δηλαδή του λιμανιού της Ζακύνθου. Στο καμπαναριό του Αγίου υπήρχαν τα ναυπηγεία και παραλία με άμμο. Γι αυτό ακόμα και σήμερα την περιοχή την ονομάζουμε "Άμμο", αν και πια δεν υπάρχει ίχνος παραλίας.

Μία ακόμη παμπάλαια φωτογραφία από το λιμάνι, στην πλευρά του Αγίου Νικολάου του Μώλου και τα Ρεπάρα, την εποχή όπου "ακόμα στη Ζάκυθο ερχότανε τα ιστιοφόρα πλοία", στις αρχές του 20ου αιώνα.
Η σημείωση του κύριου Στάβερη γι αυτή την φωτογραφία ήταν μία συγκλονιστική αποκάλυψη για μένα, από το παρελθόν της οικογένειάς μου που άκουγα σε διηγήσεις, σαν παραμύθι, και πια τα παραμύθια μου αποκτούσαν και εικόνα. Πρόκειτα για έναν γερανό που μετά από την καταστροφή απομακρύνει μπάζα από την πλατεία Αγίου Μάρκου προς την πλατεία Ρούγα. "Αριστερά διακρίνονται ερείπια από το μαγαζί του νόνου σου", του παππού μου...
"Όπου φύγει, φύγει"...
Μετά την καταστροφή ζακυθινοί με ότι τους απέμεινε εγκαταλείπουν το νησί...
Τέλος, μαζί με όλο αυτό το υλικό, ο κύριος Στάβερης μου απέστειλε και το παρακάτω κείμενο που υπογράφει ο Στέλιος Τζερμπίνος, δικηγόρος, συγγραφέας και ερευνητής, τον οποίο γνωρίζω από την εποχή που έκανε έρευνα για την ιστορία της φιλαρμονικής Ζακύνθου, της πρώτης φιλαρμονικής της Ελλάδος (1815), στην οποία για πάνω από 17 χρόνια χτύπαγα τα κρουστά μου...
Τέλος, μαζί με όλο αυτό το υλικό, ο κύριος Στάβερης μου απέστειλε και το παρακάτω κείμενο που υπογράφει ο Στέλιος Τζερμπίνος, δικηγόρος, συγγραφέας και ερευνητής, τον οποίο γνωρίζω από την εποχή που έκανε έρευνα για την ιστορία της φιλαρμονικής Ζακύνθου, της πρώτης φιλαρμονικής της Ελλάδος (1815), στην οποία για πάνω από 17 χρόνια χτύπαγα τα κρουστά μου...
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΕΙΣΜΟΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΟΥ 1953
«Επί του πτώματος της νεκρωμένης πόλεως Ζακύνθου επέπεσαν σαν αχόρταγα και πεινασμένα όρνεα υπό μορφήν εργατοτεχνιτών, ξυλουργών και εργολάβων, διαφόρων ποιοτήτων και επαγγελμάτων άνθρωποι εκ πολλών χώρων της Ελλάδος και ιδίως της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Και ήρχισεν η κατασκευή των ξυλίνων παραπηγμάτων εις τους συνοικισμούς κατά τρόπον προοιωνίζοντα τας ατελείας και τα μειονεκτήματα που αργότερα επαρουσίασαν...
Ολα γίνονται και εκτελούνται αψυχολόγητα, πρόχειρα, άπονα, βεβιασμένα, αμελέτητα, άσωτα. Στο κράμα αυτό των αθλιοτήτων εστηρίχθη η πρόχειρη στέγασις του δεινοπαθήσαντος και κατατεμαχισμένου πληθυσμού της πόλεως...
Οι μπουλντόζες και οι ξένοι προς την Ζάκυνθο, προς την ιστορία της και τον πολιτισμό της άνθρωποι που επέδραμαν "για να δουλέψουν" δεν εσεβάσθησαν τίποτε. Λαξευμένοι λίθοι, που επί αιώνες είχαν χαρίσει το θαυμάσιο εκείνο αρμονικό και καλλιτεχνικό σύνολο που ενεφάνιζε η πόλις της Ζακύνθου (αγκωνάρια των Ναών Φανερωμένης, Αγίων Πάντων, Ιεροσπουδαστηρίου Ιησουητών, μεγάρου Κομούτων, Νομαρχίας και άλλων), εσύρθησαν και ερρίφθησαν στη θάλασσα...».
Ισως αυτά (ή περίπου αυτά) να έγραφα κι εγώ, αν από τότε μέχρι σήμερα δεν είχε μεσολαβήσει η διαρρεύσασα 50ετία. Σήμερα όμως που η αδρότητα με την οποία διαπλάσσεται η πολιτιστική ζωή στη Ζάκυνθο πραγματώνει μιαν αρνητική υπέρβαση ανάμεσα στο εφικτό και στο ευκταίο, η θέση του γράφοντος, παρά την προμετωπική ένθεση της γνώμης του σπουδαίου βιεννέζου στοχαστή, επιβάλλει την αποβολή κάθε στοιχείου μεταφυσικής. Ζώντας και σκεπτόμενος (και αμφιβάλλοντας βέβαια), κατά την καρτεσιανή εκδοχή και αντιφάσκοντας προς το κλασικό Dum spiro, spero, δεν διατηρώ καμία ελπίδα ότι θα με καταλάβει ποτέ ο σύγχρονος homo Zakynthius. Του οποίου η οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με τα πνεύματα που, κατ' ιδεατήν αναφοράν, μπορεί (πεπλανημένα μάλλον) να πλανώνται πάνω από τις στάχτες της Ζακύνθου, μετά το 1953, είναι ανύπαρκτη έως τυχαία.
Πίσω από ένα παρόν που εξελίσσεται αρνητικά, ευτελίζοντας ή εκφυλίζοντας τις αξίες, η οπτική του μέλλοντος δεν μπορεί παρά να είναι δυσοίωνη. Αν την ίδια παρατήρηση έκανε κάποιος μετά το τέλος μιας άλλης καταστροφής, του B' Παγκοσμίου Πολέμου ας πούμε, θα είχε ασφαλώς άδικο. Γιατί ανεξάρτητα από τα δεινά που είχε επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ο πόλεμος αυτός, η επούλωση των πληγών και οι προοπτικές της ανασυγκρότησης ήταν υπαρκτές, και η έλλογη δρομολόγηση της πραγμάτωσής τους ήταν ικανή να στηρίξει την ελπίδα.
H μεταφορά του παραδείγματος στη μετά σεισμούς ζακυνθινή πραγματικότητα δεν θα ήταν εύστοχη. Γιατί, πέρα από αδρομολόγητες προοπτικές και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η καταστροφή από το επίσημο κράτος, εξέλιπε η συνείδηση της συνέχειας του χαμένου πολιτισμού. Και για την απώλεια αυτή δεν έφταιξαν μόνο οι σεισμοί και η κρατική πρόνοια.
Με τη σεισμοπυρκαϊά δεν καταστράφηκε μόνο ο 500χρονος υλικός πολιτισμός της πόλης της Ζακύνθου, στο πρόσωπο της οποίας άλλωστε αντανακλούσαν όλη του η καλλιέργεια και η ιστορική του δομή. Δεν καταστράφηκαν μόνο τα μνημεία της τέχνης, τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα, οι ρυθμοί των εκκλησιών, η πνευματική κληρονομιά, οι βιβλιοθήκες, τα έργα της διανόησης, η αστική λαϊκή κουλτούρα. Ολα αυτά με την πάροδο του χρόνου (και της όποιας διάρκειάς του) θα μπορούσαν να ξαναγίνουν. Καταστράφηκε όμως και κάτι μη αποκαταστάσιμο: ο ψυχικός δεσμός του Ζακυνθινού με τη μάνα του την πόλη. Μιλώ για την πόλη γιατί εκεί κυρίως συντελέστηκε η καταστροφή και εκεί ακριβώς επισημαίνονται οι πολιτισμικές της συνέπειες.
Ο,τι στα τελευταία 500 χρόνια αποτέλεσε γνώρισμα της ζακυνθινής ψυχοσύνθεσης (η αγάπη για τη γενέθλια πόλη, ο «σπουργιτισμός» των Ζακυνθίων, αν θέλετε, η υγιεινή αγωγή της εθιμολατρίας, η ποιοτική αντίληψη του πολιτισμού, η ευπροσηγορία της καθημερινότητας, μεταλλάχθηκαν μέσα στη σκληράδα του μπετόν και την έλλειψη αναστολών του νέου πληθυσμού.
H art de vivre που χαρακτήριζε την προσεισμική (αστική) κοινωνία της Ζακύνθου (πλούσιους και φτωχούς) παραμένει πια απολίθωμα πομπηιανής τοιχογραφίας και νοσταλγικό όνειρο αθεράπευτων ρομαντικών, και συγγνώμη από τους τυχόν διαφωνούντες.
Κι αν όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι έτσι κι αλλιώς θα συνέβαιναν, είτε με σεισμούς είτε χωρίς, και αποτελούν αναπόφευκτες συνέπειες της... εξέλιξης, εγώ δεν θα διαφωνήσω. Δεν θα παύω όμως να τα επισημαίνω ως συμπτώματα πολιτισμικής παρακμής και ως ιστορικά τεκμήρια της εποχής που ζούμε, ώστε, αν κανείς κάποτε τα διαβάσει, να θυμηθεί τη ρήση του Wittgestein που προτάχθηκε στην αρχή του παρόντος.
*** Κύριε Στάβερη σας ευχαριστώ πολύ. Είστε ο νόνος που ο καθένας θα ήθελε για να ακούει τις ιστορίες σας...
Χάρης







